Επισιτιστική Ανασφάλεια υπό Περιοριστικές Μεταναστευτικές Πολιτικές: Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Περίπτωση της Ελλάδας
Επισιτιστική Ανασφάλεια υπό Περιοριστικές Μεταναστευτικές Πολιτικές: Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Περίπτωση της Ελλάδας. Policy Report 2026.1
Eρευνητική ομάδα:
Κάρολος Φίλιππος Πούχνερ, Δημήτρης Παπανικολάου, Απόστολος Βεΐζης, Χρήστος Ανανιάδης, Βάλια Κυπραίου, Βικτώρια Ζυγούρη, Αλέξης Μπένος, Ηλίας Κονδύλης
Προτεινόμενη βιβλιογραφική παράθεση: Πούχνερ ΚΦ, Παπανικολάου Δ, Βεΐζης Α, Ανανιάδης Χ, Κυπραίου Β, Ζυγούρη Β, Μπένος Α, Κονδύλης Η. Επισιτιστική Ανασφάλεια υπό Περιοριστικές Μεταναστευτικές Πολιτικές: Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Περίπτωση της Ελλάδας. Θεσσαλονίκη: ΚΕΠΥ – ΙNTERSOS HELLAS. 2026
1. Εισαγωγή
Το ευρωπαϊκό και ελληνικό συγκείμενο για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποτελεί σημαντικό προορισμό σύνθετων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, στις οποίες συμμετέχουν άτομα με ιδιαίτερα διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, που προέρχονται κυρίως από την Υποσαχάρια Αφρική, την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής, και την Ινδική υποήπειρο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα λειτουργεί διαχρονικά ως ένα από τα κύρια σημεία εισόδου στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Το 2015, οι αφίξεις προσφύγων και μεταναστών στην ΕΕ ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο, με την Ελλάδα να καταγράφει περίπου 856.723 αφίξεις. Έκτοτε, ο αριθμός των αφίξεων μειώθηκε σημαντικά και τα τελευταία χρόνια έχει σταθεροποιηθεί σε επίπεδα αρκετών δεκάδων χιλιάδων ετησίως. Ενδεικτικά, το 2024 καταγράφηκαν περίπου 62.119 αφίξεις (UNHCR, n.d.), ενώ το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε περίπου 52.180 αφίξεις και 55.383 αιτήσεις ασύλου (Refugee Support Aegean (RSA), 2025). Παρότι οι σημαντικές, σύνθετες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές αποτελούν εδώ και δεκαετίες σταθερό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού συγκειμένου και ενδέχεται να συνιστούν απάντηση στη δημογραφική συρρίκνωση και στις προκλήσεις της αγοράς εργασίας που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στο σύνολο της, η μεταναστευτική διακυβέρνηση στην ΕΕ και στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό δεν έχει προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα (Bacci ML, 2018). Οι πρόσφυγες και μετανάστες στην ΕΕ βρίσκονται αντιμέτωποι όχι μόνο με ολοένα και πιο περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές και ολοένα αυξανόμενη ξενοφοβική ρητορική στον δημόσιο λόγο, αλλά και με σημαντικές δομικές κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. (Hernes V, 2026; O’Brien, P, 2025). Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν σταθερά ότι σχεδόν ένας στους δύο πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στην ΕΕ και στην Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, γεγονός που υποδηλώνει διαρκή εμπόδια στην κοινωνική ένταξη και περιορισμένες δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας προς τα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα (Eurostat, n.d.). Σε συμφωνία με τα στοιχεία αυτά, η πρόσφατη έκθεση του Migrant Integration Policy Index (MIPEX) επισημαίνει ότι οι πολιτικές ένταξης στις 27 χώρες της ΕΕ πληρούν, κατά μέσο όρο, μόλις το ήμισυ των προϋποθέσεων για ένα ευνοϊκό περιβάλλον ένταξης και επομένως σε μεγάλο βαθμό εμποδίζουν τις κοινότητες Π&Μ να συμμετέχουν πλήρως και να ευημερούν στις χώρες όπου έχουν εγκατασταθεί. Η Ελλάδα, ειδικότερα, καταγράφει επίδοση χαμηλότερη ακόμη και από τον ήδη μη ικανοποιητικό ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τις πολιτικές ένταξης μεταναστών. Η ισότιμη πρόσβαση στην απασχόληση, τη στέγαση και την εκπαίδευση κατοχυρώνεται σε μεγάλο βαθμό τυπικά, όμως η εφαρμογή της παραμένει ανεπαρκής στην πράξη, ενώ σημαντικές διακρίσεις εις βάρος των προσφύγων και μεταναστών εξακολουθούν να υφίστανται. Παράλληλα, οι πρόσφυγες και μετανάστες παραμένουν σχεδόν πλήρως αποκλεισμένοι από την πρόσβαση στην ιθαγένεια και από ευκαιρίες συμμετοχής στον πολιτικό βίο των χωρών υποδοχής (MIPEX, 2025).
Τέλος, η εφαρμογή του Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026 και εισάγει ένα ακόμη πιο περιοριστικό πλαίσιο, επικεντρωμένο στις διαδικασίες ελέγχου και ταυτοποίησης υπό συνθήκες de facto μαζικής κράτησης, και την ενίσχυση της διαχείρισης εξωτερικών συνόρων και των μηχανισμών επιστροφής, είναι πιθανό να επιδεινώσει περαιτέρω την υλική και νομική επισφάλεια των προσφύγων και μεταναστών που φτάνουν και διαμένουν στην ΕΕ (MSF, 2025; RSA, 2024).
Επισιτιστική ανασφάλεια: ορισμοί και σημασία
Η επισιτιστική ασφάλεια ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία «όλοι οι άνθρωποι, ανά πάσα στιγμή, έχουν φυσική και οικονομική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτική τροφή που καλύπτει τις διατροφικές τους ανάγκες και τις διατροφικές τους προτιμήσεις για μια δραστήρια και υγιεινή ζωή». Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) αναγνωρίζει, πέρα από τη διαθεσιμότητα τροφίμων σε επαρκείς ποσότητες, την ποιότητα, την οικονομική προσιτότητα, τη διατροφική επάρκεια και τη σταθερότητα της αποθήκευσης και της τροφοδοσίας ως κρίσιμους πυλώνες της επισιτιστικής ασφάλειας.
Επομένως, η επισιτιστική ανασφάλεια δεν αφορά μόνο τη μειωμένη διαθεσιμότητα τροφίμων, η οποία συνδέεται συνήθως με οξείες ανθρωπιστικές κρίσεις και περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια, αλλά και την περιορισμένη κοινωνικοοικονομική πρόσβαση σε ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα, καθώς και τις περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης και αξιοποίησης της τροφής, καθώς και την έλλειψη σταθερότητας στην παροχή τροφής (FAO, 2023; FAO, 2008; FAO, 2011).
Η επισιτιστική ανασφάλεια μπορεί να έχει τόσο άμεσες όσο και έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων που την αντιμετωπίζουν. Οι κοινωνικοοικονομικές συνέπειές της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η ανάγκη για δύσκολες επιλογές μεταξύ ανταγωνιστικών βασικών αναγκών (π.χ. τροφή και στέγαση), συμβάλλουν στη φτώχεια, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Επιπλέον, η επισιτιστική ανασφάλεια υπονομεύει την υγεία, ιδιαίτερα των παιδιών, και γι’ αυτό θεωρείται σημαντικός παράγοντας κινδύνου για διαταραχές στην παιδική ανάπτυξη και για κακή σωματική και ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή. Από επιδημιολογική άποψη, η δυσθρεψία, στις διάφορες μορφές και εκδηλώσεις της (π.χ. χαμηλό βάρος, οξύς υποσιτισμός, καθυστέρηση ανάπτυξης, ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών και παχυσαρκία), μαζί με τις καλά τεκμηριωμένες και πολυδιάστατες δυσμενείς συνέπειές της για την υγεία, αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες παρατεταμένης ή/και επαναλαμβανόμενης έκθεσης σε επισιτιστική ανασφάλεια, αντανακλώντας τον σωρευτικό και συχνά καταστροφικό αντίκτυπό της στην υγεία (Freedman DA et al, 2013; Gallegos D, 2025).
2. Επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ προσφύγων και μεταναστών στην Ευρώπη και την Ελλάδα: ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας και κοινωνικής πολιτικής
Κατανόηση της διττής ευαλωτότητας
Τ α διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι πρόσφυγες και μετανάστες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην επισιτιστική ανασφάλεια (Anderson L, 2014; Crush J, 2017). Με βάση τον ορισμό του FAO, η επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ των προσφύγων και μεταναστών δεν θα πρέπει να νοείται μόνο ως ζήτημα διαθεσιμότητας, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα των συνθηκών υπό τις οποίες τα τρόφιμα είναι προσβάσιμα, αξιοποιούνται και μπορούν να αποθηκευτούν με την πάροδο του χρόνου (FAO, 2008; FAO, 2011). Υπό αυτή την έννοια, το επίπεδο επισιτιστικής ασφάλειας συνδέεται στενά με το ευρύτερο υλικό και θεσμικό περιβάλλον στο οποίο ζουν οι πρόσφυγες και μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως η στέγαση, το εισόδημα, το νομικό καθεστώς καθώς και οι δυνατότητες πρόσβασης στην απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική προστασία και τα συστήματα πρόνοιας. Συνεπώς, παρότι οι πρόσφυγες και μετανάστες στην ΕΕ και την Ελλάδα σπάνια εκτίθενται σε ανθρωπιστικές κρίσεις που χαρακτηρίζονται από πραγματική έλλειψη τροφίμων, αντιμετωπίζουν συχνά πολλαπλούς παράγοντες επισιτιστικής ανασφάλειας (WHO Regional Office for Europe, 2018; WHO, 2022a). Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι οι δυσκολίες εξασφάλισης επαρκούς και θρεπτικής τροφής δεν περιορίζονται στους πρόσφυγες και μετανάστες στην ΕΕ, αλλά συνδέονται με ευρύτερα φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων και κοινωνικής περιθωριοποίησης. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα είναι εντονότερο στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ και πολύ πιο εκτεταμένο μεταξύ των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας (Eurostat, 2025). Συγκεκριμένα, το 2024 η αδυναμία οικονομικής πρόσβασης σε ένα επαρκές γεύμα κάθε δεύτερη ημέρα ήταν συχνότερη στην Ελλάδα από ό,τι κατά μέσο όρο στην ΕΕ και αισθητά συχνότερη μεταξύ των ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας (Πίνακας 1). Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια συνδέεται στενά με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό – στους οποίους οι πρόσφυγες και μετανάστες εκτίθενται δυσανάλογα – ακόμη και πριν ληφθούν υπόψη τα πρόσθετα εμπόδια που αντιμετωπίζουν.
Πίνακας 1. Η οικονομική δυνατότητα πρόσβασης σε τρόφιμα ως δείκτης κοινωνικής ανισότητας στην ΕΕ και την Ελλάδα
Πηγή: Eurostat (2025), “One in 12 people in the EU cannot afford a meal with meat, fish or a vegetarian equivalent every second day”
Πράγματι, η αυξημένη ευαλωτότητα των προσφύγων και μεταναστών στην επισιτιστική ανασφάλεια οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε παράγοντες που συνδέονται με τις ιδιαίτερες συνθήκες της μεταναστευτικής εμπειρίας και ένταξης, όπως οι πολλαπλές και ταυτόχρονες κοινωνικοοικονομικές πιέσεις που απορρέουν από την ελλιπή ένταξη και την επακόλουθη περιορισμένη πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια. Οι πιέσεις αυτές αναγκάζουν τα νοικοκυριά να προβαίνουν σε δύσκολες επιλογές μεταξύ της προμήθειας τροφίμων και της κάλυψης άλλων βασικών αναγκών, όπως η στέγαση και οι μετακινήσεις. Οι δυσκολίες στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών επιτείνονται συχνά περαιτέρω από τη νομική αβεβαιότητα, τα διοικητικά εμπόδια και την περιορισμένη πρόσβαση σε σταθερή απασχόληση και υγειονομική περίθαλψη (WHO Regional Office for Europe, 2018; WHO, 2022b). Θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ των προσφύγων και μεταναστών μπορεί να εμφανιστεί ή να επιδεινωθεί σε πολλαπλά στάδια της μεταναστευτικής διαδρομής, από την προ- μεταναστευτική φάση έως την άφιξη και την υποδοχή και, στη συνέχεια, την προσπάθεια ένταξης σε αστικά περιβάλλοντα (Abdalla and Goulao, 2024). Για τον λόγο αυτό, η επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ των προσφύγων και μεταναστών δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά ως ζήτημα διανομής τροφίμων, αλλά και ως συνάρτηση των υλικών και θεσμικών συνθηκών που επιτρέπουν ή περιορίζουν την πρόσβαση, την αξιοποίηση και την αποθήκευση επαρκούς και θρεπτικής τροφής (Abdalla and Goulao, 2024; WHO, 2022).
Η μεγάλη σημασία της επισιτιστικής ανασφάλειας για τη δημόσια υγεία αποτυπώνεται στην υψηλή συχνότητα διατροφικών διαταραχών που παρατηρούνται στους εκτοπισμένους πληθυσμούς. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) αντιμετωπίζει την επισιτιστική ασφάλεια και τη διατροφή ως κεντρικά στοιχεία των παρεμβάσεων δημόσιας υγείας, ιδίως όσον αφορά την πρόληψη και αντιμετώπιση της δυσθρεψίας, των ελλείψεων μικροθρεπτικών συστατικών και των διατροφικών κινδύνων για βρέφη, παιδιά και μητέρες (UNHCR, n.d.). Στοιχεία από το ευρωπαϊκό συγκείμενο δείχνουν ότι τα νεοαφιχθέντα παιδιά προσφύγων και μεταναστών μπορεί ήδη κατά την άφιξή τους να έχουν σοβαρές και σύνθετες διατροφικές ανάγκες, έπειτα από παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη έκθεση σε επισιτιστική ανασφάλεια κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής διαδικασίας (Young et al., 2004). Η διαθέσιμη βιβλιογραφία δεν αναδεικνύει μόνο τον υποσιτισμό, αλλά ένα διπλό ή ακόμη και τριπλό φορτίο δυσθρεψίας, όπου ο υποσιτισμός, η υπερβαρότητα ή παχυσαρκία και οι ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο πληθυσμό, νοικοκυριό ή ακόμη και στο ίδιο άτομο (WHO, 2018; Ankomah A, 2022). Στην Ελλάδα, οι Grammatikopoulou et al. διαπίστωσαν τουλάχιστον μία μορφή δυσθρεψίας στο 13% των παιδιών που διέμεναν σε δύο κέντρα υποδοχής στη Βόρεια Ελλάδα (Grammatikopoulou et al., 2019). Αντίστοιχα, οι Walpole et al. τεκμηρίωσαν τη συνύπαρξη παχυσαρκείας, καθυστέρησης ανάπτυξης και οξείας υποσιτισμού σε παιδιά που ζούσαν σε τέσσερις προσφυγικές δομές στη βόρεια Ελλάδα, αναδεικνύοντας ότι σύνθετες και αλληλεπικαλυπτόμενες διατροφικές ευαλωτότητες μπορεί να είναι ήδη παρούσες κατά το πρώιμο στάδιο υποδοχής (Walpole SC et al., 2018). Αυτή η οπτική της δημόσιας υγείας ενισχύει περαιτέρω την κατανόηση της επισιτιστικής ανασφάλειας όχι απλώς ως πρόβλημα παροχής τροφίμων, αλλά ως κοινωνικά προσδιοριζόμενο αποτέλεσμα που διαμορφώνεται από τις ευρύτερες υλικές, νομικές και θεσμικές συνθήκες υπό τις οποίες καλούνται οι πρόσφυγες και μετανάστες να ζήσουν και να ενταχθούν στις χώρες υποδοχής.
Εννοιολογικό πλαίσιο: από την παροχή τροφίμων στη δομική πρόσβαση
Στην περίπτωση των προσφύγων και μεταναστών, η πρόσβαση σε επαρκή τροφή εξαρτάται από την αλληλεπίδραση πολλαπλών παραγόντων, όπως η ανθρωπιστική βοήθεια, οι συνθήκες υποδοχής, το νομικό καθεστώς και τα συναφή δικαιώματα, τα κοινωνικά δίκτυα και η πρόσβαση στην αγορά εργασίας. (Abdalla and Goulao, 2024). Από τη σκοπιά της δημόσιας υγείας, η επισιτιστική ανασφάλεια έχει σημασία όχι μόνο επειδή επηρεάζει τη διατροφή, αλλά και επειδή αυξάνει την ευαλωτότητα σε προβλήματα υγείας, επιδεινώνει προϋπάρχουσες καταστάσεις και αντανακλά κενά στην πρόληψη, την κοινωνική προστασία και την πρόσβαση σε υπηρεσίες (WHO Regional Office for Europe, 2018; WHO, 2022a). Το πλαίσιο που αναπτύχθηκε από τους Abdalla και Goulao είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, καθώς συνδέει την επισιτιστική ανασφάλεια στους προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς με ένα σύνολο αλληλένδετων δευτερογενών και δομικών αιτίων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η ανεπαρκής στέγαση, η περιορισμένη επισιτιστική βοήθεια, η ανεπαρκής πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και σε υπηρεσίες ύδρευσης, αποχέτευσης και υγιεινής (WASH), το χαμηλό εισόδημα, η περιορισμένη κοινωνική υποστήριξη, τα εμπόδια στις μετακινήσεις και τα περιοριστικά πολιτικά και νομικά πλαίσια. (Abdalla and Goulao, 2024). Η προσέγγιση αυτή βοηθά να μετατοπιστεί η ανάλυση πέρα από τη διανομή τροφίμων και προς τα ευρύτερα συστήματα που επιτρέπουν ή εμποδίζουν τους ανθρώπους να εξασφαλίσουν επαρκή επισιτιστική ασφάλεια.
Η προηγούμενη ανάλυση καταδεικνύει τη σημασία των περιοριστικών μεταναστευτικών πολιτικών ως δομικού προσδιοριστή της επισιτιστικής ανασφάλειας σε όλα τα στάδια της μεταναστευτικής διαδικασίας, ιδιαίτερα κατά την άφιξη και την ένταξη. Η επίδραση αυτή δεν είναι πάντοτε άμεση: οι μεταναστευτικές πολιτικές μπορεί να μην περιορίζουν κατ’ ανάγκη τη διαθεσιμότητα της τροφής αυτής καθαυτής ή την άμεση πρόσβαση σε αυτήν. Μπορούν, ωστόσο, να περιορίζουν ή να αποσταθεροποιούν τις συνθήκες που επιτρέπουν την εξασφάλιση, αξιοποίηση και αποθήκευση της τροφής, όπως η στέγαση, το καθεστώς νόμιμης παραμονής και η κατοχή των απαραίτητων νομιμοποιητικών και διοικητικών εγγράφων, η οικονομική υποστήριξη, η πρόσβαση στην εργασία, την κοινωνική ασφάλιση και την υγειονομική περίθαλψη, καθώς και η υποστήριξη από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας (WHO Regional Office for Europe, 2018; WHO, 2022; Abdalla and Goulao, 2024).
Αυτό σημαίνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια μπορεί να γίνει κατανοητή ως έμμεση συνέπεια της μεταναστευτικής διακυβέρνησης, με διαφορετικές επιπτώσεις ανάλογα με το στάδιο της μεταναστευτικής διαδικασίας.
Στάδιο άφιξης: συνθήκες υποδοχής και άμεση πρόσβαση σε τρόφιμα
Κατά το στάδιο άφιξης, η σύνδεση μεταξύ μεταναστευτικής πολιτικής και επισιτιστικής ανασφάλειας είναι σχετικά άμεση. Οι νεοαφιχθέντες εξαρτώνται συχνά σε μεγάλο βαθμό από τα επίσημα κρατικά συστήματα υποδοχής για στέγαση, παροχή τροφίμων εντός κρατικών δομών υποδοχής, οικονομική ενίσχυση από το κράτος υποδοχής και πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Στην Ελλάδα, οι υλικές συνθήκες υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο περιλαμβάνουν τυπικά στέγαση, παροχή τροφίμων σε είδος και οικονομική στήριξη για καθημερινές ανάγκες (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, χ.χ.). Αυτό σημαίνει ότι όταν η υποδοχή είναι ανεπαρκής, οι συνέπειες για την πρόσβαση σε τρόφιμα μπορεί να είναι άμεσες, αφήνοντας τους πρόσφυγες και μετανάστες αποκλειστικά εξαρτημένους από τα γεύματα παρεχόμενα από τους εν λόγω μηχανισμούς, με ελάχιστη ή καθόλου δυνατότητα επιλογής ή συμπλήρωσης της διατροφής τους με τρόφιμα που είναι πολιτισμικά κατάλληλα ή διατροφικά επαρκή. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στις δομές φιλοξενίας και στις λοιπές δομές υποδοχής που υπάγονται στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, όπου η πρόσβαση σε τρόφιμα διαμορφώνεται όχι μόνο από τα θεσμικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, αλλά και από τις πρακτικές συνθήκες της καθημερινής διαβίωσης. Οι διαμένοντες στις δομές αυτές μπορεί να βρίσκονται μακριά από αστικά κέντρα, αγορές και υπηρεσίες, με περιορισμένες δυνατότητες μετακίνησης, αγοράς, αποθήκευσης και αυτόνομης προετοιμασίας τροφίμων (RSA, 2024c; RSA, 2025). Σε αυτό το πλαίσιο, η ύπαρξη διανομής τροφίμων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι άνθρωποι είναι επισιτιστικά ασφαλείς. Η τροφή μπορεί να είναι διαθέσιμη αλλά παρ’ όλα αυτά δύσκολα προσβάσιμη λόγω συνωστισμού και περιορισμένων ωραρίων διανομής, ανεπαρκής ως προς την ποιότητα ή την ποικιλία, πολιτισμικά ακατάλληλη ή μη προσαρμοσμένη σε ειδικές ανάγκες υγείας και διατροφής (FAO, 2008; FAO, 2011; CPT, 2024). Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνεται και στις αναφορές για τις συνθήκες υποδοχής στην Ελλάδα. Μετά την επίσκεψή της το 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT) περιέγραψε τη διανομή τροφίμων στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή της Σάμου ως χαοτική και αναξιοπρεπή, με εκατοντάδες ανθρώπους να συνωστίζονται για να παραλάβουν τη μερίδα τους, ενώ εξέφρασε ευρύτερες ανησυχίες για τις συνθήκες διαβίωσης στις δομές υποδοχής (CPT, 2024). Η Refugee Support Aegean (RSA) έχει επίσης τεκμηριώσει ότι η υποδοχή σε δομές στην Ελλάδα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ανεπαρκείς συνθήκες διαβίωσης, έλλειψη οικονομικών επιδομάτων και γεωγραφική απομόνωση από τα αστικά κέντρα, παράγοντες που μπορούν άμεσα ή έμμεσα να επηρεάσουν αρνητικά την επισιτιστική ασφάλεια (RSA, 2024a; RSA, 2024c; RSA, 2025). Στις δομές υποδοχής, η παροχή τροφίμων, οι συνθήκες ύδρευσης, αποχέτευσης και υγιεινής (WASH), η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και η αξιολόγηση της ευαλωτότητας θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετες συνιστώσες μιας ολοκληρωμένης απόκρισης δημόσιας υγείας. Αδυναμίες σε μία από αυτές τις συνιστώσες μπορούν να επηρεάσουν και τις υπόλοιπες, δυσχεραίνοντας την επαρκή αξιοποίηση της τροφής, καθυστερώντας την αναγνώριση ειδικών διατροφικών και ιατρικών αναγκών και περιορίζοντας την πρόσβαση σε στοχευμένες επισιτιστικές παρεμβάσεις (FAO, 2008; FAO, 2011; CPT, 2024). Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς οι πρόσφυγες και μετανάστες, και ιδίως τα παιδιά και οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, μπορεί να φτάνουν με σύνθετες διατροφικές ανάγκες ως αποτέλεσμα παρατεταμένης στέρησης, εκτοπισμού, κράτησης, βίας ή διακοπών στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη (Young et al., 2004). Οι αναφορές σοβαρής δυσθρεψίας μεταξύ νεοαφιχθέντων παιδιών στην Ελλάδα αναδεικνύουν την ανάγκη η διατροφική αξιολόγηση να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του αρχικού υγειονομικού ελέγχου και να πραγματοποιείται ανεξάρτητα από την πορεία των νομικών ή διοικητικών διαδικασιών (Grammatikopoulou et al., 2019; Walpole et al., 2018; WHO, 2018). Επομένως, η επισιτιστική ανασφάλεια κατά το στάδιο άφιξης θα πρέπει να γίνεται κατανοητή ως αποτέλεσμα των συνθηκών και των πρακτικών υποδοχής που καθορίζουν την πρόσβαση σε τρόφιμα, εισόδημα, WASH, υγειονομική περίθαλψη και προστασία.
Στάδιο «ένταξης»: τυπική συμπερίληψη χωρίς υλική ασφάλεια
Το φαινόμενο της επισιτιστικής ανασφάλειας μεταξύ των προσφύγων και μεταναστών δεν περιορίζεται μονό στα στάδια άφιξης και την υποδοχής της μεταναστευτικής διαδικασίας. Οι περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές μπορούν να υπονομεύσουν την επισιτιστική ασφάλεια και κατά το στάδιο της ένταξης. Όταν τα άτομα εγκαταλείπουν τις δομές υποδοχής ή στέγασης λόγω απόκτησης άδειας παραμονής, αναμένεται να καλύπτουν τις διατροφικές τους ανάγκες μέσω της αγοράς τροφίμων, όπως και ο τοπικός πληθυσμός (RSA, 2025). Ωστόσο, η μετάβαση αυτή συχνά πραγματοποιείται χωρίς επαρκείς προϋποθέσεις αυτοδυναμίας. Σε περιοριστικά πολιτικά περιβάλλοντα, η υποστήριξη που παρέχεται στο πλαίσιο της υποδοχής —η οποία συχνά είναι ήδη ανεπαρκής— ενδέχεται να διακόπτεται απότομα, προτού οι πρόσφυγες και μετανάστες επιτύχουν ουσιαστική ένταξη στην αγορά εργασίας και αποκτήσουν επαρκή πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια και τη στέγαση (RSA, 2024a; RSA, 2025). Δημιουργείται έτσι μια συνθήκη που περιγράφεται ως «παγίδα μετά την υποδοχή»: οι πρόσφυγες και μετανάστες καλούνται να καταστούν αυτάρκεις πριν διαμορφωθούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αυτονομία τους. Όπως αναλύθηκε προηγουμένως, η πρόσβαση σε τρόφιμα εξαρτάται από τη δυνατότητα εξασφάλισης εισοδήματος και στέγασης, την κατοχή των απαραίτητων εγγράφων και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική προστασία και άλλες βασικές υπηρεσίες — προϋποθέσεις που μπορεί να παραμένουν επισφαλείς ή υπό όρους κατά τη μετάβαση στο στάδιο της ένταξης (WHO Regional Office for Europe, 2018; WHO, 2022a). Ως αποτέλεσμα, οι πρόσφυγες και μετανάστες μπορεί να προχωρούν τυπικά στα επόμενα στάδια της μεταναστευτικής διαδικασίας, χωρίς ωστόσο να διαθέτουν τις υλικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επίτευξη ουσιαστικής αυτονομίας (RSA, 2024; RSA, 2025).
Οι προκλήσεις επισιτιστικής ανασφάλειας που συνδέονται με το στάδιο της ένταξης είναι ιδιαίτερα εμφανείς σε πόλεις όπως η Αθήνα, όπου τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν το υψηλό κόστος τροφίμων, στέγασης και διαβίωσης, συχνά βασιζόμενα σε ασταθείς και επισφαλείς μορφές απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της άτυπης εργασίας. (AIDA, 2025; RSA, 2025). Επιπλέον, ο θεσμικός κατακερματισμός αποτελεί πρόσθετο εμπόδιο στην ομαλή μετάβαση προς την ανεξάρτητη διαβίωση. Η ελληνική περίπτωση είναι και εδώ χαρακτηριστική, αναδεικνύοντας τις διαβρωτικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η ασυνέχεια και η ανεπαρκής διασύνδεση των μηχανισμών υποστήριξης στην πορεία ένταξης. Η πρόσβαση σε κοινωνικά επιδόματα, προγράμματα στέγασης και την αγορά εργασίας προϋποθέτει συχνά την εκπλήρωση πολλαπλών γραφειοκρατικών απαιτήσεων, πολλές από τις οποίες είναι αλληλεξαρτώμενες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και αλληλοαποκλειόμενες. Ως αποτέλεσμα, η πρόοδος στην πορεία ένταξης καθίσταται ιδιαίτερα επισφαλής και μη βιώσιμη σε βάθος χρόνου (RSA, 2026b). Για παράδειγμα, η ενεργοποίηση του Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) – προϋπόθεση για την πρόσβαση στην απασχόληση και τη δημόσια υγειονομική περίθαλψη – οδηγεί ταυτόχρονα σε απώλεια επιλεξιμότητας για ορισμένα προγράμματα στέγασης και ένταξης. Έτσι, αντί να διευκολύνει την ένταξη, η θεσμική πρόοδος σε έναν τομέα μπορεί να συνεπάγεται την απώλεια σημαντικών παροχών, καταδεικνύοντας ότι ο κατακερματισμένος σχεδιασμός πολιτικής μπορεί να υπονομεύσει την ίδια τη διαδικασία ένταξης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επισιτιστική ανασφάλεια μπορεί να επιμένει ή ακόμη και να επιδεινώνεται κατά το στάδιο της ένταξης, αναδεικνύοντας σημαντικά κενά στη διασύνδεση της μεταναστευτικής, της υγειονομικής και της κοινωνικής πολιτικής.
Μεταναστευτική πολιτική στην Ελλάδα και επισιτιστική ανασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών σε αστικά κέντρα
Η ελληνική περίπτωση καταδεικνύει ότι οι πολιτικές μετανάστευσης και υποδοχής έχουν σαφές αποτύπωμα στην επισιτιστική ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών, καθώς επηρεάζουν άμεσα κρίσιμες συνθήκες διαβίωσης, όπως η πρόσβαση σε στέγαση, εισόδημα, νομιμοποιητικά έγγραφα, απασχόληση, βασικές υπηρεσίες και κοινωνική προστασία. Στη συνέχεια, παρουσιάζονται σημαντικές εξελίξεις και νομοθετικές αλλαγές στη μεταναστευτική πολιτική και αναλύονται οι ενδεχόμενες επιπτώσεις τους στην επισιτιστική ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών. (σύνοψη των αλλαγών πολιτικής και των σχετικών εξελίξεων παρουσιάζεται στο Σχήμα 1). Ο Ν. 4939/2022, ο οποίος περιλαμβάνει εκτεταμένες διατάξεις σχετικά με την κράτηση των αιτούντων άσυλο, παρέχοντας παράλληλα σημαντικά λιγότερες εγγυήσεις έναντι της επιβολής μέτρων κράτησης, δεν αποτελεί καθαυτών πολιτική για την επισιτιστική ασφάλεια. Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σημασία για αυτήν, καθώς η πρόσβαση των αιτούντων άσυλο σε τρόφιμα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο υποδοχής, το οποίο περιλαμβάνει τη στέγαση, την υλική υποστήριξη και τις συνθήκες υποδοχής (AIDA, 2024). Διαμορφώνει, επομένως, το θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσονται στη συνέχεια διάφορες μορφές υλικής επισφάλειας, άρρηκτα συνδεδεμένες με το φαινόμενο της επισιτιστικής επισφάλειας. Η λήξη του προγράμματος στέγασης ESTIA II στα τέλη του 2022 είναι ιδιαίτερα σημαντική για ένα αστικό περιβάλλον όπως η Αθήνα. Η αστική στέγαση δεν αποτελεί μόνο ζήτημα κατοικίας, αλλά συνδέεται άμεσα και με την επισιτιστική ασφάλεια, καθώς επηρεάζει τη δυνατότητα των ανθρώπων να προετοιμάζουν και να αποθηκεύουν τρόφιμα, να διαμένουν κοντά σε βασικές υπηρεσίες και να αποφεύγουν την αστεγία ή την αναγκαστική εξάρτηση από δομές φιλοξενίας, μη κυβερνητικές οργανώσεις και έκτακτες στρατηγικές επιβίωσης (RSA, 2022). Η κατάργηση του ESTIA II ενδέχεται, επομένως, να αποδυνάμωσε τις συνθήκες που επέτρεπαν στους πρόσφυγες και μετανάστες να εξασφαλίζουν την πρόσβασή τους σε τροφή με σταθερό και αξιοπρεπή τρόπο (RSA, 2022).
Συναφής εξέλιξη αφορά το πρόγραμμα HELIOS, το οποίο σχεδιάστηκε για να υποστηρίζει την ένταξη δικαιούχων διεθνούς προστασίας, μεταξύ άλλων μέσω στεγαστικής βοήθειας. Η διακοπή του από τον Ιανουάριο του 2024 και η επακόλουθη ολοκλήρωσή του στα τέλη Νοεμβρίου του ίδιου έτους αποδυνάμωσαν περαιτέρω την προοπτική ομαλής μετάβασης από τις δομές υποδοχής προς την αυτονομία στο αστικό περιβάλλον (RSA, 2024b· RSA, 2025). Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι τα άτομα που εγκατέλειψαν τις δομές υποδοχής ή επιχείρησαν να σταθεροποιήσουν τη ζωή τους σε πόλεις όπως η Αθήνα κατά τα τελευταία δύο χρόνια διέθεταν σαφώς λιγότερες δυνατότητες υποστήριξης για τη στέγαση και την ένταξή τους, αυξάνοντας τον κίνδυνο αστεγίας και ακραίας υλικής στέρησης, καθώς και την εξάρτησή τους από αποσπασματικές μορφές βοήθειας για την κάλυψη βασικών αναγκών, συμπεριλαμβανομένης της τροφής (RSA, 2024b; RSA, 2025).
Η αναστολή της οικονομικής βοήθειας προς τους αιτούντες άσυλο από τον Μάιο του 2024 αποτελεί ένα ακόμη βασικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι αλλαγές στην μεταναστευτική πολιτική μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την επισιτιστική ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών. Καθώς η ενίσχυση αυτή προοριζόταν για την κάλυψη βασικών καθημερινών αναγκών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας αγοράς τροφίμων και άλλων απαραίτητων αγαθών, η αναστολή της μείωσε την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και περιόρισε τη δυνατότητά τους να συμπληρώνουν την κρατική παροχή τροφίμων ή να καλύπτουν ειδικές διατροφικές ανάγκες (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου χ.χ.; RSA, 2024a). Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα αστικά περιβάλλοντα, όπου η πρόσβαση σε τρόφιμα εξαρτάται κυρίως από την αγορά και, επομένως, από τη διαθεσιμότητα εισοδήματος ή άλλων μορφών οικονομικής στήριξης (RSA, 2024a; FAO, 2011).
Τα εμπόδια στην έκδοση διοικητικών εγγράφων και διασφάλισης της κοινωνική ασφάλισης επηρεάζουν επίσης την επισιτιστική ανασφάλεια έμμεσα αλλά ουσιαστικά. Η RSA έχει τεκμηριώσει επίμονα γραφειοκρατικά εμπόδια στην ενεργοποίηση του ΑΜΚΑ για αναγνωρισμένους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, παρότι ο ΑΜΚΑ είναι απαραίτητος για την πρόσβαση στην απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες (RSA, 2025). To Eυρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και Εξόριστους (ECRE) επισημαίνει επιπλέον ότι ο ΑΜΚΑ απαιτείται για την πρόσβαση σε κοινωνικά επιδόματα και ξενώνες αστέγων, πράγμα που σημαίνει ότι η μη ενεργοποίηση ή η απενεργοποίησή του μπορεί να εμποδίσει όχι μόνο την υγειονομική περίθαλψη και την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, αλλά και βασικές οδούς προς επιδόματα και κοινωνικές παροχές, τη σταθερότητα της στέγασης και την προστασία από την ακραία ένδεια (AIDA, 2025). Για τα νοικοκυριά σε αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, τα εμπόδια αυτά έχουν σημασία επειδή μειώνουν τη δυνατότητα εξασφάλισης επίσημης απασχόλησης, διατήρησης εισοδήματος και αποφυγής επειγουσών στρατηγικών επιβίωσης που υπονομεύουν τη σταθερή πρόσβαση σε τρόφιμα (AIDA, 2025; RSA, 2025).
Η παγίωση και διεύρυνση καταλόγων ασφαλών χωρών καταγωγής (SCO) στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την ΕΕ κατά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος ασύλου, είναι επίσης σχετική με την παραγωγή επισιτιστικής ανασφάλειας. Περιορίζοντας την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας και επιταχύνοντας τις διαδικασίες εξέτασης του ασύλου για αιτούντες από χαρακτηρισμένες χώρες, οι πολιτικές SCO ενδέχεται να αυξήσουν τη νομική επισφάλεια και να περιορίσουν την πρόσβαση σε συνθήκες υποδοχής και άλλες μορφές κοινωνικής στήριξης για ένα σημαντικό αριθμό προσφύγων και μεταναστών. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) ανέφερε ότι, το 2024, σχεδόν οι μισές αιτήσεις ασύλου στην ΕΕ+ υποβλήθηκαν από υπηκόους χωρών με χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, ενώ στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου δείχνουν ότι η Αίγυπτος —η οποία έχει χαρακτηριστεί ασφαλής χώρα καταγωγής βάσει του ελληνικού δικαίου ασύλου— αποτέλεσε τη δεύτερη συχνότερη χώρα ιθαγένειας μεταξύ των αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα το 2025 (EUAA, 2025; Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, 2025). Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν ότι ένα αυξανόμενο ποσοστό αιτούντων άσυλο ενδέχεται να αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο παρατεταμένης νομικής και υλικής ανασφάλειας, με σημαντικές δυνητικές επιπτώσεις στην επισιτιστική τους ασφάλεια. Στο ελληνικό αστικό περιβάλλον, αυτό έχει σημασία επειδή η μεγαλύτερη παρουσία αιτούντων με χαμηλότερες πιθανότητες αναγνώρισης μπορεί να μεταφραστεί σε περισσότερους ανθρώπους αποκλεισμένους από το σύστημα υποδοχής και εκτεθειμένους σε απόρριψη αιτήματος ασύλου, επισφαλή παραμονή, ασθενέστερα δικαιώματα και παρατεταμένη επισφάλεια, παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν την ευαλωτότητα στην επισιτιστική ανασφάλεια (EUAA, 2025; Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, 2025).
Μια εξίσου δυσμενή εξέλιξη για την επισιτιστική ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, αποτελεί η σημαντική συρρίκνωση της ανθρωπιστικής βοήθειας σε διεθνές επίπεδο. Το 2025, η UNHCR προειδοποίησε ότι σοβαρά χρηματοδοτικά ελλείμματα την υποχρέωναν να περιορίσει προγράμματα, μεταξύ άλλων και στην Ελλάδα, και ότι οι περικοπές στη νομική υποστήριξη, τα μέσα βιοπορισμού και άλλες υπηρεσίες στήριξης θα μπορούσαν να αφήσουν πρόσφυγες και μετανάστες χωρίς πρόσβαση στο άσυλο και σε βασική υποστήριξη (UNHCR, 2025). Δεδομένου ότι πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες στην Αθήνα βασίζονταν ήδη σε βοήθεια από μη κυβερνητικές οργανώσεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών για την κάλυψη τροφίμων και άλλων βασικών αναγκών, η συρρίκνωση αυτού του πλαισίου υποστήριξης πιθανότατα μείωσε την ικανότητα των νοικοκυριών να ανταπεξέρχονται και αύξησε την έκθεσή τους στην επισιτιστική ανασφάλεια (UNHCR, 2025).
Τέλος, η μεταρρύθμιση που εισήχθη τον Σεπτέμβριο του 2025 μέσω του άρθρου 27 του Ν. 5226/2025 ενίσχυσε σημαντικά την ποινικοποίηση της παράτυπης εισόδου και εξόδου από τη χώρα και της παράτυπης παραμονής στην Ελλάδα. (RSA, 2026a). Σύμφωνα με την RSA, η διάταξη οδήγησε σε εκατοντάδες διώξεις και καταδίκες μέσα σε λίγους μήνες, ενώ σχεδόν 300 άτομα παρέμεναν στερημένα της ελευθερίας τους στα τέλη του 2025 μετά από καταδίκη για τα αδικήματα αυτά (RSA, 2026a). Σε αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, οι συνέπειες υπερβαίνουν την ίδια την κράτηση: ο κίνδυνος σύλληψης, δίωξης ή φυλάκισης μπορεί να απομακρύνει άτομα με επισφαλές καθεστώς από δημόσιους θεσμούς και επίσημα συστήματα υποστήριξης, να περιορίσει την πρόσβασή τους στην εργασία και στο εισόδημα, να εντείνει τη στεγαστική τους επισφάλεια και να αυξήσει την εξάρτησή τους από επείγουσα ή αποσπασματική βοήθεια (RSA, 2026a). Αυτό δείχνει πώς η ποινικοποίηση μπορεί να επιδεινώσει έμμεσα την επισιτιστική ανασφάλεια, καθιστώντας την καθημερινή επιβίωση πιο επισφαλή και αποκόπτοντας τους ανθρώπους από τους απαραίτητους πόρους για την εξασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας (RSA, 2026a).

Προοπτικές πολιτικής και η μελέτη περίπτωσης της Αθήνας
Όπως τονίστηκε και προηγουμένως, οι περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές διαμορφώνουν συνθήκες επισιτιστικής ανασφάλειας, επηρεάζοντας δυσμενώς την πρόσβαση στις υλικές και θεσμικές προϋποθέσεις μέσω των οποίων εξασφαλίζονται, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται τα τρόφιμα. Κατά το στάδιο της άφιξης, στους κύριους προσδιοριστικούς παράγοντες της επισιτιστικής ασφάλειας συγκαταλέγονται οι συνθήκες υποδοχής, η επάρκεια και καταλληλόλητα των παρεχόμενων τροφίμων, η στέγαση, οι συνθήκες ύδρευσης, αποχέτευσης και υγιεινής (WASH) στις δομές φιλοξενίας, η πρόσβαση σε οικονομική ενίσχυση και βασικές υπηρεσίες, καθώς και η έγκαιρη αναγνώριση ειδικών διατροφικών αναγκών. Κατά το στάδιο της ένταξης, στους παράγοντες που επηρεάζουν την επισιτιστική ασφάλεια περιλαμβάνονται το καθεστώς νόμιμης διαμονής και η πρόσβαση στα απαραίτητα έγγραφα, η απασχόληση, η στέγαση, η κοινωνική πρόνοια, η υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση, καθώς και η έκθεση σε συνθήκες παρατεταμένης κοινωνικοοικονομικής επισφάλειας στο αστικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, η επισιτιστική ανασφάλεια δεν θα πρέπει να γίνεται αντιληπτή απλώς ως πρόβλημα παροχής τροφίμων, αλλά ως έκβαση συγκεκριμένων μεταναστευτικών και κοινωνικών πολιτικών, που δυστυχώς συχνά χαρακτηρίζονται από ανεπαρκείς συνθήκες υποδοχής και ελλιπή ένταξη.
Η ανάλυση αυτή είναι ιδιαίτερα επίκαιρη και σημαντική στο πλαίσιο της εφαρμογής του προαναφερθέντος Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026. Από την οπτική της επισιτιστικής ασφάλειας, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι πολιτικές του Συμφώνου αυξάνουν τη νομική αβεβαιότητα, τον περιορισμό, τον κίνδυνο απόρριψης ή καθυστερούν την πρόσβαση σε δικαιώματα με συνέπεια να ενδέχεται να επηρεάσουν δυσμενώς τις υλικές συνθήκες μέσω των οποίων οι άνθρωποι εξασφαλίζουν τροφή, στέγαση, εισόδημα και πρόσβαση στο κράτος πρόνοιας.
Η μελέτη περίπτωσης της Αθήνας που παρουσιάζεται παρακάτω καταδεικνύει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ προσφύγων και μεταναστών δεν περιορίζεται στους προσφυγικούς καταυλισμούς και στις συνθήκες έκτακτης ανάγκης, αλλά επεκτείνεται και στο αστικό περιβάλλον, όπου διαμορφώνεται από περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές, τον αποκλεισμό από τη στέγαση, τα εμπόδια στην πρόσβαση σε νομιμοποιητικά και άλλα απαραίτητα έγγραφα, την επισφάλεια στην αγορά εργασίας, την περιορισμένη πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια και την υγειονομική περίθαλψη, καθώς και τη συρρίκνωση της ανθρωπιστικής υποστήριξης. Το πλαίσιο αυτό καθοδηγεί την ερμηνεία των δεδομένων του προγράμματος Food for All υπό το πρίσμα των εξελισσόμενων μεταναστευτικών πολιτικών στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
3. Μελέτη περίπτωσης της Αθήνας: το πρόγραμμα “Food for All”
Περιγραφή πλαισίου και προγράμματος
Η Αθήνα αποτελεί σημαντικό σταθμό κατά μήκος της μεταναστευτικής διαδρομής της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, λειτουργώντας ως κομβικό σημείο άφιξης, διέλευσης και εγκατάστασης προσφύγων και μεταναστών . Ως οικονομικό και διοικητικό κέντρο της Ελλάδας, φιλοξενεί τις μεγαλύτερες και πλέον εδραιωμένες μεταναστευτικές κοινότητες της χώρας. Η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας περιλαμβάνει επίσης πέντε από τις μεγαλύτερες δομές φιλοξενίας προσφύγων της χώρας, με πολλούς από τους διαμένοντες να επισκέπτονται τακτικά προς το κέντρο της Αθήνα (RSA, 2026b; Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, 2025). Ωστόσο, παρά τον κεντρικό ρόλο της Αθήνας στο μεταναστευτικό τοπίο της χώρας, οι εθνικές πολιτικές παρέχουν περιορισμένη υποστήριξη για την ένταξη των προσφύγων και μεταναστών στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πρωτεύουσας. Όπως καταδεικνύουν οι αλλαγές στη μεταναστευτική πολιτική που αναλύθηκαν προηγουμένως, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες έχουν περιορίσει σταδιακά τις δυνατότητες υποδοχής και ένταξης. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση πολιτικής αποτυπώνεται χαρακτηριστικά και στην Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη του 2022, η οποία περιλαμβάνει ρητή προτεραιοποίηση της εγκατάστασης προσφύγων και μεταναστών σε απομακρυσμένες και αγροτικές περιοχές, αντί της ανάπτυξης μέτρων που θα διευκόλυναν την ένταξή τους στα αστικά κέντρα (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, 2022).
Το πρόγραμμα Food for All, το οποίο ξεκίνησε να υλοποιείται από τη ΜΚΟ INTERSOS HELLAS τον Δεκέμβριο του 2021, παρέχει ολιστική υποστήριξη και συνηγορία σε πρόσφυγες και μετανάστες, συμπεριλαμβανομένης της παροχής επισιτιστικής βοήθειας. Το πρόγραμμα δίνει προτεραιότητα σε νοικοκυριά και άτομα που βρίσκονται σε συνθήκες στεγαστικής και νομικής επισφάλειας, χωρίς ωστόσο να αποκλείει πρόσφυγες και μετανάστες που διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα ή/και έγκυρη άδεια διαμονής. Από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Νοέμβριο του 2025, στο πρόγραμμα εντάχθηκαν 1.034 μοναδικοί κύριοι ωφελούμενοι, ενώ μέσω των διαδοχικών κύκλων διανομής τροφίμων στην Αθήνα η επισιτιστική βοήθεια που παρασχέθηκε κάλυψε αθροιστικά περισσότερα από 23.000 μέλη νοικοκυριών.
Αποτελέσματα της μελέτης περίπτωσης
Η πλειονότητα των ωφελούμενων που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα ήταν γυναίκες που ζούσαν με σύντροφο και τα τέκνα τους ή ήταν μονογονείς, αν και ένα αξιοσημείωτο ποσοστό (17%) αφορούσε άγαμα και άτεκνα ενήλικα άτομα/νοικοκυριά του ενός ατόμου. Περισσότεροι από τους μισούς ωφελούμενους ανήκαν σε νοικοκυριά τριών έως δέκα μελών. Οι χώρες προέλευσης παρουσίαζαν μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία, με χώρες τόσο της Μέσης Ανατολής όσο και της Υποσαχάριας Αφρικής να συγκαταλέγονται ανάμεσα στις πέντε συχνότερες χώρες προέλευσης.
Με βάση τη διαθεσιμότητα νομιμοποιητικών και άλλων απαραίτητων εγγράφων (π.χ. ΑΜΚΑ), το καθεστώς άδειας διαμονής, καθώς και την εργασιακή κατάσταση των ίδιων των ωφελούμενων και των λοιπών μελών του νοικοκυριού τους, οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν σε τρία στάδια της μεταναστευτικής διαδικασίας: Διέλευση/Άφιξη, Πρώιμη Ένταξη και Προχωρημένη Ένταξη. Αξιοσημείωτο είναι ότι περισσότεροι από τους μισούς ωφελούμενους ταξινομήθηκαν στο στάδιο της Πρώιμης ή της Προχωρημένης Ένταξης (Πίνακας 2).
Πίνακας 2: Δημογραφικά στοιχεία των ωφελούμενων του προγράμματος “Food for all” (Φεβρουάριος 2022 -Νοέμβριος 2025) Ωφελούμενοι (N=1,034)

Κατά την αρχική αξιολόγηση, οι ωφελούμενοι κλήθηκαν να απαντήσουν στις ακόλουθες ερωτήσεις γιατην αξιολόγηση του επιπέδου επισιτιστικής τους ασφάλειας:
(1) «Έχετε τακτική πρόσβαση σε θρεπτικάτρόφιμα σε επαρκείς ποσότητες;» Εάν η απάντηση ήταν «Όχι», ακολουθούσε η ερώτηση:
(2) «Εάν όχι, πόσες ημέρες την εβδομάδα δεν έχετε πρόσβαση σε θρεπτικά τρόφιμα σε επαρκείς ποσότητες (1–7);».
Με βάση τις απαντήσεις αυτές, δημιουργήθηκε μια σύνθετη μεταβλητή για την ταξινόμηση των ωφελούμενων σε τρεις κατηγορίες επισιτιστικής ασφάλειας. Οι δικαιούχοι που απάντησαν «Ναι» στην πρώτη ερώτηση ταξινομήθηκαν ως έχοντες οριακή επισιτιστική ασφάλεια. Όσοι απάντησαν «Όχι» στην πρώτη ερώτηση και ανέφεραν ότι στερούνταν πρόσβασης σε επαρκή και θρεπτικά τρόφιμα για 1–3 ημέρες την εβδομάδα ταξινομήθηκαν ως έχοντες χαμηλή επισιτιστική ασφάλεια, ενώ όσοι ανέφεραν αντίστοιχη έλλειψη πρόσβασης για 4–7 ημέρες την εβδομάδα ταξινομήθηκαν ως έχοντες πολύ χαμηλή επισιτιστική ασφάλεια.
Σύμφωνα με την ταξινόμηση αυτή, περισσότερο από το 40% των δικαιούχων αντιμετώπιζε χαμηλό ή πολύ χαμηλό επίπεδο επισιτιστικής ασφάλειας
Σχήμα 2

Πίνακας 3

4. Συμπεράσματα
Η επισιτιστική ασφάλεια ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία «όλοι οι άνθρωποι, ανά πάσα στιγμή, έχουν πρόσβαση σε επαρκείς ποσότητες ασφαλών και θρεπτικών τροφίμων, ώστε να μπορούν να διάγουν μια υγιή και δραστήρια ζωή» (FAO, 2008). Η επίτευξη της επισιτιστικής ασφάλειας δεν εξαρτάται μόνο από τη διαθεσιμότητα τροφίμων σε ένα δεδομένο χωρικό και χρονικό πλαίσιο, αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών, νομικών και θεσμικών παραγόντων (FAO, 2023). Οι πρόσφυγες και μετανάστες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην επισιτιστική ανασφάλεια, με στοιχεία από πολλαπλά πλαίσια υποδοχής σε ολόκληρη την Ευρώπη, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, να καταδεικνύουν υψηλό επιπολασμό σοβαρών και σύνθετων μορφών υποσιτισμού — ενός από τους πλέον αξιόπιστους δείκτες χρόνιας επισιτιστικής ανασφάλειας (Walpole SC, 2018· Grammatikopoulou MG, 2019· Ankomah A, 2022).
Ωστόσο, το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της ελλιπούς πρόσβασης σε τρόφιμα που συνδέεται με τον εκτοπισμό και τη μετανάστευση. Αντίθετα, αποτελεί το σωρευτικό αποτέλεσμα της παρατεταμένης έκθεσης σε υλικές και θεσμικές συνθήκες που περιορίζουν τη δυνατότητα των ατόμων να εξασφαλίζουν, να αποθηκεύουν και να αξιοποιούν επαρκή και θρεπτικά τρόφιμα (Abdalla and Goulao, 2024). Οι περιορισμοί αυτοί εκτείνονται σε όλο το εύρος της μεταναστευτικής διαδρομής, από το προμεταναστευτικό στάδιο και τη διέλευση έως την άφιξη και την ένταξη, λαμβάνοντας διαφορετικές μορφές σε κάθε στάδιο. Ως εκ τούτου, η επισιτιστική ανασφάλεια θα πρέπει να νοείται όχι μόνο ως συνέπεια του εκτοπισμού, αλλά και ως δομικό αποτέλεσμα των υλικών και θεσμικών συνθηκών υπό τις οποίες οι πρόσφυγες και μετανάστες γίνονται δεκτοί, προστατεύονται και εντάσσονται (Crush J, 2017).
Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως στην εννοιολογική μας ανάλυση, οι περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές —οι οποίες, με λίγες εξαιρέσεις, τείνουν να επικρατούν τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο ελληνικό πολιτικό τοπίο— μπορούν, μέσω άμεσων και έμμεσων μηχανισμών, να επιδεινώσουν σημαντικά την επισιτιστική ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών, τόσο κατά το στάδιο της άφιξης όσο και κατά το στάδιο της ένταξης. Οι περιορισμοί στην ελευθερία μετακίνησης, οι ανεπαρκείς συνθήκες διαβίωσης και μαγειρέματος στα κέντρα υποδοχής, η παροχή γευμάτων που δεν ανταποκρίνονται στις πολιτισμικές διατροφικές συνήθειες ή είναι χαμηλής ποιότητας, ο περιορισμός ή η κατάργηση της οικονομικής ενίσχυσης σε μετρητά και οι καθυστερήσεις στη διαδικασία αξιολόγησης της ευαλωτότητας —όπως καταδεικνύεται από την περίπτωση της Ελλάδας— μπορούν να υπονομεύσουν σημαντικά την επισιτιστική ασφάλεια των προσφύγων και μεταναστών κατά το στάδιο της άφιξης (RSA, 2024a; RSA, 2024c; RSA, 2025; CPT, 2024). Επιπλέον, το δόγμα της ταχείας μετάβασης στην αυτοδυναμία (fast-forward self-reliance), το οποίο ενσωματώνεται ολοένα και περισσότερο στις περιοριστικές μεταρρυθμίσεις της μεταναστευτικής πολιτικής, αξιώνει την ταχεία επίτευξη οικονομικής αυτοδυναμίας από τους πρόσφυγες και μετανάστες κατά το στάδιο της ένταξης, ενώ παράλληλα αυτοί εξέρχονται από τα συστήματα υποδοχής με ελάχιστη ή καθόλου θεσμική υποστήριξη. Ως εκ τούτου, το στάδιο αυτό χαρακτηρίζεται συχνά από επιδείνωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης, επισφάλεια στο αστικό περιβάλλον και δύσκολους συμβιβασμούς μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της κάλυψης άλλων βασικών αναγκών, με αποτέλεσμα τη σημαντική επιδείνωση της επισιτιστικής ασφάλειας των προσφύγων και μεταναστών.
Τα ευρήματα της μελέτης περίπτωσης από την Αθήνα, που παρουσιάζονται στην παρούσα έκθεση πολιτικής, φαίνεται να επιβεβαιώνουν εμπειρικά την εννοιολογική μας ανάλυση. Σε αντίθεση με ό,τι θα αναμενόταν, οι δείκτες προχωρημένης ένταξης — η κατοχή Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) και έγκυρης άδειας διαμονής, καθώς και η απασχόληση τουλάχιστον ενός μέλους του νοικοκυριού— δεν συσχετίζονται με βελτίωση της επισιτιστικής ασφάλειας στον πληθυσμό των ωφελούμενων του προγράμματος Food for All. Αντιθέτως, το ποσοστό των ωφελούμενων με πολύ χαμηλή επισιτιστική ασφάλεια ήταν υψηλότερο μεταξύ όσων κατατάχθηκαν στο στάδιο της προχωρημένης ένταξης σε σύγκριση με εκείνους στα στάδια της πρώιμης ένταξης ή της διέλευσης/ άφιξης. Το εύρημα αυτό συνάδει με την προηγηθείσα ανάλυση σχετικά με τον θεσμικό κατακερματισμό της διαδικασίας ένταξης και τη σταδιακή αποσύνδεσή της από τους μηχανισμούς θεσμικής υποστήριξης. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα του προγράμματος Food for All, η ανάγκη για παροχή επισιτιστικής βοήθειας αφορούσε έναν δημογραφικά άκρως ετερογενή πληθυσμό, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια επηρεάζει ένα ευρύτατο φάσμα προσφύγων και μεταναστών που διαμένουν στην Αθήνα. Ενδεικτικά, οι ωφελούμενοι δεν ανήκαν αποκλειστικά σε παραδοσιακά ευάλωτες ομάδες, όπως τα πολυμελή νοικοκυριά ή οι μονογονεϊκές οικογένειες, καθώς ανάγκη για επισιτιστική βοήθεια καταγραφόταν επίσης μεταξύ ατόμων χωρίς παιδιά και μικρότερων νοικοκυριών. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η καταγραφόμενη βαρύτητα της επισιτιστικής ανασφάλειας, με περισσότερο από το 40% των ωφελούμενων να δηλώνει αδυναμία πρόσβασης σε επαρκείς ποσότητες θρεπτικής τροφής τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
Πέρα από τους δομικούς προσδιοριστικούς παράγοντες που σχετίζονται ειδικά με τη μεταναστευτική πολιτική και αναλύθηκαν διεξοδικά παραπάνω, τα ευρήματα ενδέχεται, σε κάποιο βαθμό, να αντανακλούν και δυσμενείς μακροοικονομικές εξελίξεις. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα στάδια του προγράμματος, οι διαβρωτικές επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 στην κοινωνικοοικονομική κατάσταση των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων ήταν ακόμη αισθητές, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος οι προκλήσεις αυτές επιδεινώθηκαν περαιτέρω από την πληθωριστική αύξηση των τιμών βασικών ειδών διατροφής και την εκτόξευση του κόστους στέγασης (ΕΛΣΤΑΤ, 2026· OECD, 2022).
Δυστυχώς, ο συνδυασμός της αύξησης του κόστους διαβίωσης, των νέων μεταναστευτικών ροών που τροφοδοτούνται από την αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια και την κλιματική αλλαγή, καθώς και της αυστηροποίησης των μεταναστευτικών πολιτικών στο πλαίσιο του πρόσφατα υιοθετημένου Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, είναι πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της επισιτιστικής ασφάλειας των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την ΕΕ. Παρότι σε ολόκληρη την ΕΕ έχουν υλοποιηθεί ορισμένα πολλά υποσχόμενα προγράμματα για την αντιμετώπιση της υλικής και διατροφικής στέρησης των προσφύγων και μεταναστών κατά τη διαδικασία ένταξης (European Social Fund Plus, 2021), κυρίως σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, απαιτείται επειγόντως μια ολοκληρωμένη και συντονισμένη παρέμβαση σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης για την αποτροπή της επικείμενης κρίσης επισιτιστικής ανασφάλειας που πλήττει τον συγκεκριμένο πληθυσμό. Συγκεκριμένα, σε κυβερνητικό επίπεδο, οι επιτυχημένες πρωτοβουλίες μικρής κλίμακας που υλοποιούνται κυρίως από την τοπική αυτοδιοίκηση για την αντιμετώπιση της υλικής στέρησης και της επισιτιστικής ανασφάλειας των προσφύγων και μεταναστών θα πρέπει να αξιολογούνται συστηματικά ως προς τη δυνατότητα επέκτασής τους, τη δυνατότητα μεταφοράς και εφαρμογής τους σε διαφορετικά συγκείμενα, καθώς και την ενσωμάτωσή τους στα εθνικά πλαίσια πολιτικής. Στο επίπεδο της έρευνας και της ακαδημαϊκής κοινότητας, η διεξαγωγή περαιτέρω διεπιστημονικών μελετών για την έκταση της επισιτιστικής ανασφάλειας, τις ειδικότερες επιπτώσεις της στην υγεία και τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνέπειές της, τόσο στους πληθυσμούς προσφύγων και μεταναστών όσο και στον γενικό πληθυσμό, οφείλει να αποτελέσει ερευνητική προτεραιότητα. Σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών, οφείλουν να ενισχυθούν και να συντονιστούν περαιτέρω σε ολόκληρη την ΕΕ οι πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην ενδυνάμωση των προσφύγων και μεταναστών, στην προώθηση της πολιτικής τους συμμετοχής και στην άσκηση συνηγορίας υπέρ της αναθεώρησης των περιοριστικών μεταναστευτικών πολιτικών. Τέλος, σε ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, οι προσπάθειες για την προάσπιση του δικαιώματος των προσφύγων και μεταναστών στην επισιτιστική ασφάλεια και την ισότιμη ένταξη θα πρέπει να εντάσσονται στις ευρύτερες προσπάθειες για τη διατήρηση και διεύρυνση του κοινωνικού κράτους σε ολόκληρη την ΕΕ. Policy
